Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

ΚΡΙΤΙΚΗ ΣΤΙΣ ΘΕΣΕΙΣ ΤΩΝ ΖΗΛΩΤΩΝ ΠΑΛΑΙΟΗΜΕΡΟΛΟΓΙΤΩΝ ΠΕΡΙ ΤOΝ “ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟ” ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΓΙΟΡΕΙΤΗ ΑΡΧΙΜ. ΒΑΣΙΛΕΙΟ ΠΑΠΑΔΑΚΗ 

 
Γράφει ο Αντώνης Ιακ. Ελευθεριάδης,
Δρ. Φιλολογίας και Θεολόγος, e-mail: aelef@acci.gr

    Τον τελευταίο αιώνα άρχισε να λαμβάνει συγκεκριμένη μορφή στους κόλπους της Εκκλησίας μία νεωτεριστική τάση   και μία έντονη προσπάθεια προσέγγισης διαφόρων αιρετικών. Μια από τις πολλές παραφωνίες που σημειώθηκαν ήταν και η διόρθωση του ιουλιανού ημερολογίου (1923 - 1924), η οποία απετέλεσε και την αφορμή της απόσχισης των Ζηλωτών Παλαιοημερολογιτών από την Εκκλησία. Θα ήταν βεβαίως ευχής έργο να είχε μείνει αναλλοίωτο το ημερολόγιο και όλοι οι Ορθόδοξοι να εορτάζαμε ενωμένοι.

Τρεις μεγάλες σύνοδοι κατέκριναν στο τέλος του ιστ΄ αιώνα το Γρηγοριανό ημερολόγιο.  Ο ιστορικός Φ. Βαφείδης ομιλεί περί «της κατά το έτος εκείνο (1583) συγκροτηθείσης εν Κων/λει συνόδου, ήτις κυρίως καταδικάζει το γρηγοριανόν ημερολόγιον, διότι κατ' αυτό συμβαίνει να εορτάζωμεν τοις Ιουδαιοις, όπερ εναντίον τη εν Νικαία συνόδω» [Φ. Βαφείδου, Εκκλησιαστική Ιστορία, παρ. 216.]  

 Ο ιστορικός βεβαίως λέγει ότι κύριος λόγος της καταδίκης του γρηγοριανού ημερολογίου ήταν ο συνεορτασμός με τους Ιουδαίους, δηλαδή η τροποποίηση του Πασχαλίου, η οποία όμως ποτέ δεν έγινε και ελπίζουμε ότι ποτέ δεν θα γίνει. Το νόημα της φράσης είναι ότι η αλλαγή μόνο του εορτολογίου δεν θίγει τον δογματικό όρο της Α΄ Οικουμενικής συνόδου και επομένως δεν αποτελεί αίρεση.

Βάσει λοιπόν των αυστηροτάτων κανόνων της Α’ Β’ συνόδου, και ιδίως του ιε’ που οι Ζηλωτές Παλαιοημερολογίτες διαρκώς επικαλούνται, το ημερολογιακό σχίσμα ήταν τελείως αντικανονικό. Οι περισσότεροι μάλιστα Ζηλωτές κήρυτταν ότι όλοι όσοι δέχθηκαν το νέο ημερολόγιο, ή επικοινωνούν με τους νεοημερολογίτες εξήλθον της Εκκλησίας και έχασαν την θεία χάρη! Βεβαίως οι Ζηλωτές δεν ήταν και τόσο αφελείς, όσο τουλάχιστον τους παρουσίαζε η αλλόκοτη εκκλησιολογία τους. Εγνωριζαν ότι δεν είχαν δογματικό έρεισμα και έπρεπε πάση θυσία να ευρεθεί.

Σ' αυτό δυστυχώς τους βοήθησαν όσοι προώθησαν τον λεγόμενο συγκρητιστικό Οικουμενισμό μέσω των οικουμενιστικών διαλόγων, του υπερβολικού πόθου για ένωση με τους αιρετικούς, των μεταδόσεων μυστηρίων σ αυτούς, των μεμονωμένων περιπτώσεων αναγνωρίσεως ως εγκύρων των μυστηρίων τους, της παραδοχής εκκλησιαστικού χαρακτήρα στις ομολογίες τους, των συμπροσευχών και άλλων κανονικών παραβάσεων.

Οι Ζηλωτές, λοιπόν, ονόμασαν τους υπευθύνους των ανωτέρω ενεργειών αιρετικούς, και έτσι βρέθηκε το ποθητό έρεισμα, έστω και καθυστερημένα. Γι' αυτούς δεν έχει ιδιαίτερη σημασία ότι το σχίσμα έγινε μερικές δεκαετίες νωρίτερα. Το σημαντικό είναι ότι βρέθηκε το έρεισμα! Πάντως, οι άγιοι Πατέρες εφάρμοσαν πολλές φορές ακόμη και σε εποχές κηρυττομένης αιρέσεως την επαινετή Οικονομία προς τους αιρετικούς για να τους βοηθήσουν να αλλάξουν φρονήματα• δεν έκαναν όμως ποτέ σχίσματα εκ διορατικής ικανότητος.

Δυστυχώς για τους Ζηλωτές, πρέπει να τονιστεί ότι οι ανωτέρω κανονικές παραβάσεις, όπως π.χ. οι συμπροσευχές, όσο και αν είναι θλιβερές και ανησυχητικές, δεν αποτελούν αυτές καθαυτές αίρεση. Συνιστούν «εγκλήματα» κατά τους κανόνες της Πρωτοδευτέρας  συνόδου και παραβάσεις των ιερών κανόνων, αλλά όχι αίρεση. Αίρεση είναι «το έντινι παρεκκλίναι των κειμένων ημίν δογμάτων, περί της ορθής ημών πίστεως» [Αγίου Συμεών νέου Θεολόγου, Κατήχηση λβ΄] και η αποξένωση από την πίστη [Μ. Βασιλείου, Κανονική επιστολή α  (ρπη), κεφ. α, α.α.32 665α].

Αλλά και οι σποραδικές, ανεπίσημες και άνευ ουδεμίας συνοδικής αναγνωρίσεως κακόδοξες δηλώσεις, συμφωνίες ή θεωρίες μεμονωμένων Οικουμενιστών δεν συνιστούν σε καμία περίπτωση επίσημη διακήρυξη αιρέσεως.  Άλλωστε, ακόμη και οι πιο ακραιφνείς Ζηλωτές διδάσκουν ότι οι σποραδικές διακηρύξεις της αιρέσεως του filioque (το οποίο εκηρύσσετο επί αιώνες και σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό [Β. Στεφανίδου, Εκκλησιαστική Ιστορία, Αθήναι 1970, παρ. κβ, σ. 343-344.] από την προτεσταντική θεωρία των κλάδων δεν απετέλεσαν αφορμή σχίσματος [Περί εκκλησιαστικής κοινωνίας και μνημοσύνου και του σχετικού αυτοίς ΙΕ  ιερού κανόνος της Πρωτοδευτέρας  αγίας συνόδου,  Άγιον  Όρος 1993, σ. 62].
Εφόσον λοιπόν οι ετεροδιδασκαλίες αυτές δεν έχουν αναγνωριστεί ή παγιωθεί, δεν αποτελούν αιτία σχίσματος. Επιβάλλεται βεβαίως διαρκής και μεγάλος αγών της Εκκλησίας για την εξάλειψη ή περιορισμό τους, ώστε τελικώς να παύσει και η εξ αυτών προερχομένη Οικουμενιστική πρακτική.

Ακόμη και η άρση των αναθεμάτων του 1054 κατά των παπικών από το πατριαρχείο της Κωνσταντινουπόλεως, ήταν μία τυπική «χειρονομία αγάπης», χωρίς καμία σχέση προς τις θεολογικές θέσεις Ορθοδόξων και Παπικών. Δεν σήμαινε δε την άρση του υφισταμένου Σχίσματος, ούτε καμία μεταβολή στη διδασκαλία, κανονική τάξη, θεία λατρεία και εκκλησιαστικό βίο, ούτε την αποκατάσταση μυστηριακής κοινωνίας [ Καρμίρη, Τα δογματικά και συμβολικά μνημεία της Ορθοδόξου και Καθολικής Εκκλησίας, GRAZ 1968, τομ. β, σ. 1024 (1104)]

  ΠΑΡΟΜΟΙΑ ΦΑΙΝΟΜΕΝΑ ΣΕ ΠΑΛΑΙΟΤΕΡΕΣ ΕΠΟΧΕΣ
     Παρόμοιες άλλωστε κανονικές παραβάσεις και άμεσες ή έμμεσες παρεκκλίσεις από την Ορθόδοξη Εκκλησιολογία συνέβαιναν και παλαιότερα και ιδίως στις γεωγραφικές περιοχές όπου πλεόναζαν οι ετερόδοξοι, χωρίς όμως να γίνονται σχίσματα στην Εκκλησία.  Η διασπορά των Ορθοδόξων τον τελευταίο καιρό σε τέτοιες περιοχές επέφερε δυστυχώς την αύξηση των ανησυχητικών και απαράδεκτων αυτών φαινομένων.

Στη συνέχεια, αναφέρουμε μερικές περιπτώσεις Οικονομιών, κανονικών παραβάσεων και ανεπισήμων (αμέσων ή εμμέσων) εκκλησιολογικών παρεκκλίσεων, ένεκεν των οποίων όμως οι άγιοι Πατέρες δεν διέκοπταν την εκκλησιαστική κοινωνία με όσους είχαν την ευθύνη γι' αυτές. Οι περιπτώσεις αυτές εννοείται ήταν πολύ ηπιότερες από την επίσημη διακήρυξη του filioque στο Σύμβολο της πίστεως, ή την τεράστια εξάπλωση της αιρέσεως του Μονοθελητισμού. Παρά ταύτα, όπως προαναφέραμε, οι Πατέρες εφάρμοσαν και στις περιπτώσεις αυτές μακροχρονίως την αναγνωρισμένη γραμμή της Οικονομίας.

α. Οι Πατέρες της Γ΄ Οικουμενικής συνόδου καταδίκασαν τον Νεστόριο. Δεν ανεθεμάτισαν όμως τον «πατέρα» και διδάσκαλό του Θεόδωρο Μοψουεστίας, που είχε ήδη αποθάνει, «ίνα μή τινες τη υπολήψει του ανδρός προσεσχηκότες αποβάλωσιν εαυτούς των Εκκλησιών.  Η δε εν τούτοις οικονομία άριστόν τι χρήμα και σοφόν» κατά τον άγιο Κυριλλο. [Επιστολή οβ, α.α.77, 345α.]

Αργότερα, όταν κινήθηκε ζήτημα αναθεματισμού του αιρετικού Θεοδώρου, ο ιερός Κύριλλος έγραψε προς τον άγιο Πρόκλο Κωνσταντινουπόλεως και του συνιστούσε χάριν «οικονομίας»  «ώστε μη συγχωρήσαι αναθεματισθήναι αυτόν, ως αίτιον τούτο ταραχής γινόμενον».   Ως λέγει δε ο άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης «ο θείος Κυριλλος (ω)κονόμει μη αποσχίζεσθαι των της  Εώας (κατ' οικονομία επικοινωνούσε μετά των) εν διπτύχοις αναφερόντων τον Θεόδωρον τον Μοψουεστίας αιρετικόν όντα» [Αγίου Κυρίλλου, Επιστολή μθ, βιβλίο α, α.α.99, 1085α].
 β.  Ο 95ος κανών της Πενθέκτης συνόδου ορίζει να γίνωνται δεκτοί κατ' οικονομία από την Ορθόδοξη Εκκλησία οι επί αιώνες αναθεματισμένοι Νεστοριανοί και Μονοφυσίτες με απλό λίβελλο [Οσίου Νικοδήμου, Πηδάλιον, Αθήναι 1970, σ. 305]. Τον ανωτέρω κανόνα εφήρμοζε ο όσιος Θεόδωρος και για τους Εικονομάχους. Οι Οικονομίες αυτές έγιναν αποδεκτές από την Ορθοδοξία χωρίς σχίσματα. Οι σημερινοί όμως "υπερστουδίτες" δέχονται τους νεοημερολογίτες με αναμύρωση. Λέγουν μάλιστα, ότι ενεργούν "κατ' άκραν Οικονομίαν" και ότι κανονικώς θα έπρεπε να τους αναβαπτίζουν (ωσάν να επρόκειτο περί Μανιχαίων!).

γ.  Ο άγιος Φώτιος ανεχόταν τα παράνομα έθιμα της Ρώμης, εφόσον ασφαλώς δεν τα επέβαλλαν και στην Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως. Γνώριζε ότι «ουκ έστι πίστις το αθετούμενον» [Αγίου Φωτίου, Επιστολή β, βιβλίο α, α.α.102, 605α.] και συνεπώς δεν υπήρχε λόγος σχίσματος. Τέτοια ήταν η νηστεία των Σαββάτων, η κατάλυση αρτυσίμων κατά την α’  εβδομάδα της Μ. Τεσσαρακοστής, η απαγόρευση του γάμου των ιερέων, η τέλεση του Χρίσματος μόνο από τους επισκόπους [Αγίου Φωτίου, Επιστολή ιγ, βιβλίο α, α.α.102, 724-725], η κατάργηση της απαγορεύσεως του πνικτού και του αίματος.  Έτσι, κατά την Η΄ Οικουμενική σύνοδο (879), η αποκατάσταση των σχέσεων του αγίου Φωτίου με την Ρώμη έγινε διά της αναγνώσεως του Συμβόλου της πίστεως άνευ της προσθήκης [Φ. Βαφείδου, ένθ ανωτ. παρ. 112,1.] και χωρίς ασφαλώς η Ρώμη να αποβάλει τα ανωτέρω έθιμά της.


(*) Ο π. Βασίλειος Παπαδάκης έζησε έως τα 18 του χρόνια στο Ρέθυμνο, όπου τελείωσε τις σπουδές του στο Λύκειο. Το 1986 πέρασε πρώτος στο παιδαγωγικό τμήμα του Πανεπιστημίου Κρήτης. Σε ηλικία 18 ετών αναχώρησε στο Άγιο Όρος, στο οποίο έζησε άλλα 18 χρόνια, από τα οποία τα τελευταία 5 χρόνια στην Ιερά Μονή οσίου Γρηγορίου, όπου το 2001 χειροτονήθηκε διάκονος. Το 2004 κατόπιν παρακλήσεως του Μητροπολίτη Ρεθύμνης κ. Ανθίμου και με σχετική άδεια της Μονής της Μετανοίας του χειροτονήθηκε πρεσβύτερος και ανέλαβε την αναστήλωση της Μονής Αγίου Παύλου Γάλλου στο Ρέθυμνο. Έχει αναπτύξει πλούσιο βιβλιογραφικό και κοινωνικό έργο. Έχει επιτελέσει στο Άγιο Όρος σπουδαία δράση για άτομα εξαρτημένα με μεγάλη επιτυχία και συνεχίζει με τον ίδιο ζήλο τώρα  στην Κρήτη.
 

Αναδημοσίευση από: http://eleftheriadis.edu.gr/site/content/view/184/66/
ΑΝΤΙΑΙΡΕΤΙΚΟΝ ΕΓΚΟΛΠΙΟΝ    www.egolpion.com
1  ΙΟΥΝΟΥ  2011